Κακώσεις Αυχένα - Σ.Σ - Neck & Spine injuries

ΚΑΚΩΣΕΙΣ ΑΥΧΕΝΑ

Οι κακώσεις Αυχενικής Μοίρας Σπονδυλικής Στήλης

Κατάγματα ΑΜΣΣ κι εξαρθρήματα ΑΜΣΣ

Αυχενικό κάταγμα και βλάβη νωτιαίου μυελού

Οι κακώσεις Αυχενικής Μοίρας Σπονδυλικής Στήλης-ΑΜΣΣ διακρίνονται σε κακώσεις κάμψεως, εκτάσεως, συμπίεσης και ιδιοπαθείς.

-Κακώσεις ΑΜΣΣ κάμψεως

Πρόσθιο εξάρθρημα: Διακρίνεται καλύτερα σε πλάγια προβολή της Αυχενικής Μοίρας Σπονδυλικής Στήλης-ΑΜΣΣ, σαν κύρτωμα κύφωσης, στο σημείο της συνδεσμικής κάκωσης. Μπορεί να παρουσιαστεί διεύρυνση του μεσοκονδύλιου διαστήματος , στο σημείο της βλάβης.

Εξάρθρημα γληνών: Ασταθής κάκωση, ιδίως, αν είναι αμφοτερόπλευρη. Πρόσθια παρεκτόπιση του σπονδύλου (50% του πλάτους του), συνήθως, υποδηλώνει αμφοτερόπλευρο εξάρθρημα γληνών.

Κακώσεις συμπιέσεως: Συνήθως, συνδυάζονται, με διακοπή του οπίσθιου συνδέσμου συστήματος, γι΄αυτό είναι ασταθείς.

Clay: Δίκην φτυαριού κάταγμα και αποσπαστικό κάταγμα Α7-Α6 ή Θ1 σπονδύλων, είναι σταθερά, γιατί διατηρούν ακέραια τα οπίσθια συνδεσμικά στοιχεία.

-Κακώσεις ΑΜΣΣ έκτασης

Κάταγμα Hangman: Κάταγμα του ενδοαρθρικού τμήματος του άξονα. Είναι το 15% των καταγμάτων.

Κάταγμα πετάλου του σπονδυλικού τόξου: Παρατηρείται σε μεγαλύτερα άτομα με αυχενική σπονδύλωση.

Κάταγμα οπισθίου τόξου του άτλαντα: Σταθερό κάταγμα.

Παρεκτοπισμένα κατάγματα: Μοιάζουν με κακώσεις κάμψεως, επειδή το σπονδυλικό σώμα παρεκτοπίζεται εμπρός.

-Κακώσεις συμπιέσεως: 

Κάταγμα Jefferson: Κάταγμα του τόξου Α1 που προβάλλεται καλύτερα στη διαστοματική ακτινογραφία, ως πλάγια παρεκτόπιση του Α1.

Στηρικτικό κάταγμα: Στις προσθιοπλάγιες ακτινογραφίες, αποκαλύπτεται σαν κάθετο κάταγμα του σώματος του σπονδύλου και στην πλάγια ακτινογραφία σαν μετατροπή του σώματος, με διαφόρου βαθμού παρεκτόπιση αυτού.

Στις κακώσεις αυχένα επηρεάζονται το μυοσκελετικό και νευρικό σύστημα.

Οι κακώσεις αυχένα προκαλούνται, συνήθως, από τροχαία ατυχήματα.


Σημεία και συμπτώματα κακώσεων ΑΜΣΣ

-Πόνος, δυσκαμψία κι ευαισθησία σε ασθενείς με καλό επίπεδο συνείδησης.

-Κακώσεις κεφαλής και προσώπου σε ασθενείς με διαταραχή συνείδησης.

Παράγοντες κινδύνου κακώσεων ΑΜΣΣ

Τροχαία ατυχήματα

Ατυχήματα από καταδύσεις


Διαφορική διάγνωση κακώσεων ΑΜΣΣ

Αρθρική, μυϊκή ή συνδεσμική λοίμωξη

Παραισθησίες

Αρθρίτιδα

Προβολή μεσοσπονδυλίου δίσκου ΑΜΣΣ

Αυχενική σπονδύλωση


Διάγνωση κακώσεων ΑΜΣΣ

Η αξονική είναι καλή για τα κατάγματα και η μαγνητική για τις κακώσεις μαλκών μορίων.

Οι ακτινογραφίες που πρέπει να γίνονται είναι πλάγια προβολή, προσθιοπίσθια προβολή και διαστοματική οδόντος, αλλά καλύτερα να γίνεται μαγνητική.

Παρατηρείται οίδημα μαλακών μορίων μεγαλύτερο από 5 mm από το κατώτερο άκρο Α3 μέχρι την τραχεία, εκτός από τα παιδιά.

Μεγάλη διάταση των σπονδύλων πλαγίως σημαίνει ρήξη σπονδυλικών συνδέσμων.

Υπάρχει διεύρυνση του μεσοδιαστήματος ή τμήματος του προσθίου ή οπισθίου μεσοδιαστήματος πλαγίως.

Υπάρχει μη φυσιολογική διάταξη των ακανθωδών αποφύσεων στην προσθιοπίσθια λήψη που φυσιολογικά σχηματίζουν ευθεία γραμμή.

Στη διαστοματική λήψη υπάρχει άνιση απόσταση οδόντος από κάθε πλευρά.


Θεραπεία κακώσεων ΑΜΣΣ

Η θεραπεία είναι ανάλογη της περίπτωσης. Αντιμετωπίζεται είτε συντηρητικά (φάρμακα ή ομοιοπαθητικά φάρμακα) ή χειρουργικώς.


ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ ΣΤΗΛΗ (ΑΝΑΤΟΜΙΑ)

Η Σπονδυλική Στήλη (ΣΣ-Columna Vertebralis) του ανθρώπου αποτελείται, κατ’ αρχάς, από 24 μεταξύ τους αρθρούμενους και με συγκεκριμένη κινητικότητα σπονδύλους (Vertebrae) καθώς και από 23, μεταξύ αυτών, μεσοσπονδύλιους δίσκους (Disci intervertebrales). Αυτός ο βασικός ανατομικός σχηματισμός από εναλλασσόμενα τοποθετημένους σπονδύλους και μεσοσπονδύλιους δίσκους συγκρατείται και σταθεροποιείται από δυνατούς συνδέσμους (Ligamenta) σε μια ενιαία ανατομική μονάδα. Επιπλέον πολύ ισχυροί μύες με τους τένοντες τους (Musculi, Tendo) στηρίζουν τη σπονδυλική στήλη εξασφαλίζοντας τη λειτουργικότητα και την κινητικότητά της.

 Συνολικά αριθμεί 33-34 σπονδύλους.

Η σπονδυλική στήλη αποτελείται από διάφορες δομές (οστικά και συνδεσμικά στοιχεία) που τις παρέχουν σταθερότητα, αντίσταση δηλαδή εναντίον εξωτερικών παραμορφωτικών δυνάμεων. Τα βασικά δομικά συστατικά της σπονδυλικής στήλης είναι τα ακόλουθα:

Το σπονδυλικό σώμα είναι η κύρια δομή που υφίσταται τις κατακόρυφες δυνάμεις φόρτισης της σπονδυλικής στήλης. Έχει κυλινδρικό σχήμα και περιβάλλεται εξωτερικά από σκληρό φλοιώδες οστό, που του δίνει ισχυρά εμβιοδυναμικά πλεονεκτήματα. Το μήκος και το πλάτος των σπονδυλικών σωμάτων αυξάνονται καθώς πηγαίνουμε σε πιο ουραία τμήματα της σπονδυλικής στήλης, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στα αυξημένα φορτία που υφίστανται.

Ο μεσοσπονδύλιος δίσκος χρησιμοποιείται ως το κύριο υλικό απορρόφησης των κραδασμών και αποτελεί την κύρια σταθεροποιητική δομή του τμήματος της σπονδυλικής στήλης (ΣΣ) που συμμετέχει σε κίνηση. Αποτελείται από τον πηκτοειδή πυρήνα, που είναι το κεντρικό – οπίσθιο τμήμα του δίσκου με μεγάλη περιεκτικότητα σε νερό, και τον ινώδη δακτύλιο, μια δομή που εντοπίζεται στην περιφέρεια του δίσκου και παρέχει δομική σταθερότητα σε αυτόν. Οι συγκεντρικές κατακόρυφες φορτίσεις προκαλούν την ισότιμη διασπορά των πιέσεων εντός του δίσκου, ενώ έκκεντρα εφαρμοζόμενα φορτία οδηγούν σε πρόπτωση του ινώδους δακτυλίου ομόπλευρα της εφαρμοζόμενης δύναμης, με συνοδό παρεκτόπιση του πηκτοειδούς πυρήνα στην αντίθετη πλευρά.

Εκτός από τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, και οι μεσοσπονδύλιες διαρθρώσεις ( facet joints ) εξυπηρετούν επιπρόσθετα την υποδοχή φορτίων και σταθεροποιούν τα γειτονικά μεσοσπονδύλια τμήματα. Ο προσανατολισμός τους στον χώρο σχετίζεται με τον επιθυμητό βαθμό κινητικότητας (την διευκολύνει ή την περιορίζει) και συνεπώς συμβάλλει στην σταθερότητα της ΣΣ. Η εκφύλιση των μεσοσπονδυλίων δίσκων και η απώλεια ύψους αυτών σε συνδυασμό με την απώλεια της ευθυγράμμισης των σπονδυλικής στήλης στο οβελιαίο επίπεδο, οδηγούν σε μεγαλύτερη φόρτιση των facet joints.

Οι μεσοσπονδύλιοι σύνδεσμοι παρέχουν παθητική σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης και παρέχουν αντίσταση ενάντια στις διατμητικές δυνάμεις και αποτελούν μια ζώνη που παρέχει δυνάμεις τάσεως.

Ο οστέινος σπόνδυλος είναι σκληρό και πρακτικά άκαμπτο υλικό, ενώ ο μεσοσπονδύλιος δίσκος είναι ελαστικός και με δυνατότητα λειτουργικής, δηλαδή μη μόνιμης, παραμόρφωσης. Αυτή η ελαστικότητα και η πλαστικότητα του μεσοσπονδύλιου δίσκου αποτελεί και τη βασική προϋπόθεση για την κινητικότητα της σπονδυλικής στήλης καθώς και για την απορρόφηση των κραδασμών που δημιουργούνται από τις κινήσεις.

Ο κάθε μεσοσπονδύλιος δίσκος περιλαμβάνει τον ινώδη δακτύλιο (Annulus fibrosus) και τον πηκτοειδή πυρήνα (Nucleus pulposus). O πηκτοειδής πυρήνας περιέχει (πολύ) λίγα κυτταρικά στοιχεία και υψηλό ποσοστό σε προτεογλυκάνες και γλυκοσαμινογλυκάνες, αποτελεί την περισσότερο μαλακή χόνδρινη ουσία, καταλαμβάνει την κεντρική περιοχή του μεσοσπονδυλίου δίσκου και περιέχει νερό σε ποσότητα 80-85%. Η υψηλή περιεκτικότητα σε γλυκοσαμινογλυκάνες προσδίδει στον πηκτοειδή πυρήνα του μεσοσπονδύλιου δίσκου την ικανότητα της αναστρέψιμης δέσμευσης ύδατος, που ως φαινόμενο είναι πάρα πολύ σημαντικό για τη σωστή λειτουργία του.

Ο ινώδης δακτύλιος ως στερεότερο και πιο σκληρό υλικό περιβάλλει τον πηκτοειδή πυρήνα δίκην ομόκεντρων κυκλοτερών περιφερειών, αποτελούμενος εξωτερικά από διασταυρούμενα διατεταγμένες ίνες κολλαγόνου και εσωτερικά από ελαστικό χόνδρο. Επίσης ο ινώδης δακτύλιος είναι με το σώμα των σπονδύλων στερεά συνδεδεμένος.

Έτσι σε κάθε άσκηση δυνάμεων, ιδίως κατά τον επιμήκη άξονα της σπονδυλικής στήλης, οι τελικές πιέσεις δεν ασκούνται από σπόνδυλο σε σπόνδυλο αλλά διαμέσου των μεσοσπονδυλίων δίσκων στους σπονδύλους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι λειτουργούν ως το υλικό απορρόφησης των πιεστικών δυνάμεων. Επιπλέον οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι ενισχύουν την πλαστικότητα στην κίνηση της σπονδυλικής στήλης, προστατεύοντας και τους σπονδύλους από την άμεση τριβή μεταξύ τους.

Η καλύτερη θέση αποφόρτισης και αποσυμπίεσης του μεσοσπονδύλιου δίσκου είναι η κλινήρης θέση και από πλευράς διάρκειας οι ώρες της νυχτερινής ανάπαυσης. Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο μεσοσπονδύλιος δίσκος έχει τη δυνατότητα της επανατροφοδότησης του με θρεπτικές ουσίες και της επαναρρόφησης ύδατος έτσι ώστε να αποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον κατά τη νεαρή ηλικία του ανθρώπου και το ανατομικό του εύρος. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι τις πρώτες πρωινές ώρες ο (νέος) άνθρωπος είναι κατά ελάχιστα ή κάποια εκατοστά ψηλότερος (περίπου 1-2cm) απ’ ότι τις βραδινές ώρες (πριν την κατάκλιση).

Ο μεσοσπονδύλιος δίσκος, όπως ακριβώς ένα σφουγγάρι, απορροφά νερό (και θρεπτικές ουσίες) σε θέση αποφόρτισης και το αποδίδει πάλι σε θέση πίεσης. Όταν και για την οποιαδήποτε αιτία διαταραχτεί η αρμονία και η ισορροπία στις κινήσεις της σπονδυλικής στήλης, όπως αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση μιας παρατεταμένης ή μη σύμμετρης καταπόνησης και εφόσον δεν υπάρξει ικανός χρόνος αποσυμπίεσης, αποφόρτισης και επανατροφοδότησης του μεσοσπονδύλιου δίσκου, τότε είναι δυνατόν και σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την ηλικία, να εμφανιστούν τα πρώτα και πρώιμα σημεία του εκφυλισμού του μεσοσπονδύλιου δίσκου που τον καθιστούν περισσότερο και ευκολότερα επιρρεπή σε τραυματισμούς και σε κακώσεις της σπονδυλικής στήλης.

Η σπονδυλική στήλη (ΣΣ), ως οστέινος σχηματισμός, δεν έχει από μόνη της καμία σταθερότητα. Η σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης, στην οποία έγινε εκτενέστερη αναφορά στην πρώτη διδακτική ενότητα, εξαρτάται κυρίως από τους συνδέσμους και από τους μύες οι οποίοι, τόσο οι σύνδεσμοι όσο και οι μύες, εκφύονται και καταφύονται σε δομές της σπονδυλικής στήλης ώστε να δημιουργείται μια ενιαία λειτουργική ανατομική μονάδα. 

Οι σπουδαιότεροι σύνδεσμοι, για τη σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης, είναι: α) Ο πρόσθιος επιμήκης σύνδεσμος,

β) O οπίσθιος επιμήκης σύνδεσμος ο οποίος επειδή εκτείνεται κατά μήκος της οπίσθιας επιφάνειας των σπονδυλικών σωμάτων καθορίζει και το έμπροσθεν όριο του νωτιαίου (ή σπονδυλικού) σωλήνα και

γ) το πολύ σημαντικό οπίσθιο σύμπλεγμα των συνδέσμων το οποίο αποτελείται από συνδέσμους οι οποίοι συνδέουν μεταξύ τους τις ακανθώδεις αποφύσεις, τις εγκάρσιες αποφύσεις καθώς και τα πέταλα των σπονδυλικών τόξων. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι επειδή αυτοί οι σύνδεσμοι είναι πολύ ισχυροί τυχόν κάκωση αυτών προκαλεί, πολύ συχνά, αστάθεια στη σπονδυλική στήλη, δηλαδή μια (εκτεταμένη) συνδεσμική κάκωση της ΣΣ, ακόμα και εάν δεν υπάρχει οστική κάκωση, είναι μια ασταθής κάκωση.  Κλινικά και προκειμένου να μπορούμε να αξιολογούμε τους τραυματισμούς της σπονδυλικής στήλης καθώς και τη βαρύτητα τόσο των οστικών όσο και των (δισκο)συνδεσμικών κακώσεων χωρίζουμε ή ταξινομούμε λειτουργικά τις οστέινες και τις συνδεσμικές δομές της σπονδυλικής στήλης σε τρεις (3) στήλες ή κολώνες κατά τον επιμήκη (ή κατακόρυφο) άξονα αυτής. 

Πιο συγκεκριμένα διακρίνουμε:

Α) Την πρόσθια κολώνα της σπονδυλικής στήλης η οποία οριοθετείται από τον πρόσθιο επιμήκη σύνδεσμο και περιλαμβάνει το πρόσθιο ήμισυ τμήμα του σπονδυλικού σώματος (και του μεσοσπονδύλιου δίσκου),

Β) τη μέση (ή ενδιάμεση) κολώνα η οποία αποτελείται από το οπίσθιο ήμισυ του σπονδυλικού σώματος (και του μεσοσπονδύλιου δίσκου) μαζί με τον οπίσθιο επιμήκη σύνδεσμο και το μεγαλύτερο τμήμα των αυχένων των σπονδύλων μέχρι τις ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις, συμπεριλαμβανομένου και του μεσοσπονδυλίου τρήματος (βλ. πιο πάνω και οριοθέτηση του μεσοσπονδυλίου τρήματος) και

Γ) την οπίσθια κολώνα η οποία περιλαμβάνει το υπόλοιπο οπίσθιο τμήμα των σπονδύλων από τις ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις μέχρι και την ακανθώδη απόφυση, περικλείοντας έτσι τις εγκάρσιες αποφύσεις, τα πέταλα των σπονδυλικών τόξων και το, ιδιαιτέρως σημαντικό για τη σταθερότητα της σπονδυλικής στήλης, οπίσθιο σύμπλεγμα των συνδέσμων.  Με βάση αυτή την κλινική ταξινόμηση των ανατομικών δομών της σπονδυλικής στήλης ισχύει γενικά ότι μια κάκωση είναι ( ή μπορεί να θεωρηθεί ως) σταθερή όταν έχει προσβληθεί μόνο μια κολώνα της σπονδυλικής στήλης. Κάθε άλλη περίπτωση, δηλαδή μια κάκωση των δύο και βεβαίως των τριών κολώνων, είναι ασταθής κάκωση της σπονδυλικής στήλης. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε, αναφορικά με τη διαγνωστική προσέγγιση των κακώσεων της σπονδυλικής στήλης, ότι ένας τραυματισμός της ΣΣ μπορεί να προκαλέσει μόνο συνδεσμικές κακώσεις και η κάκωση, π.χ. μίας εκ των κολώνων της σπονδυλικής στήλης να είναι αποκλειστικά συνδεσμική κάκωση χωρίς την ύπαρξη κατάγματος. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει όταν αξιολογούμε, π.χ. ακτινογραφίες της σπονδυλικής στήλης να προσέχουμε όχι μόνο για την ύπαρξη καταγμάτων αλλά γενικότερα να προσέχουμε το χωρικό πρότυπο και μοντέλο της σπονδυλικής στήλης ώστε να μη διαφύγουν της προσοχής μας συνδεσμικές κακώσεις. 

Υπάρχουν δύο διαφορετικές ομάδες μυών. Η πρώτη ομάδα βρίσκεται επιπολής (ή επιφανειακά) και αποτελείται, κυρίως, από πλατείς μύες, δηλαδή μύες με μεγάλη επιφάνεια. Σε αυτή την ομάδα ανήκουν ο τραπεζοειδής μυς (M.trapezius), ο στερνοκλειδομαστοειδής μυς (M.sternocleidomastoideus), ο πλατύς ραχιαίος μυς (M.latissimus dorsi), οι ρομβοειδείς μύες (Mm.romboidei) και ο ανελκτήρας μυς της ωμοπλάτης M.levator scapulae).

Κατόπιν ανευρίσκονται, ως δεύτερη ομάδα μυών της ραχιαίας επιφάνειας του κορμού, οι μύες της ράχης (ή ο εκτείνων τον κορμόν μυς, Merector trunci ή Merector spinae), οι οποίοι στο σύνολό τους αποτελούν τους αυτόχθονες μύες της ράχης (Autochthon Musculi). Οι αυτόχθονες μύες εκτελούν και ελέγχουν τις κινήσεις της σπονδυλικής στήλης. Η συγκεκριμένη λειτουργία του ελέγχου των κινήσεων της ΣΣ κατευθύνεται, σε μεγάλο βαθμό ακουσίως, από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ).

Πέραν αυτής της λειτουργίας, η συνεργασία όλων αυτών των μυϊκών ομάδων εξασφαλίζει την όρθια στάση και ταυτόχρονα καθιστά δυνατές τις κινήσεις της σπονδυλικής στήλης και κατ’ επέκταση του κορμού, δηλαδή την κάμψη, την έκταση, την πλάγια κάμψη ή κλίση καθώς και τις στροφικές κινήσεις.

H κλινική εξέταση ενός (πολύ)τραυματία με κάκωση (ή υπόνοια κάκωσης) σπονδυλικής στήλης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο:

Πάντα πρέπει να διενεργείται μια πλήρης κλινική εξέταση που να περιλαμβάνει το σύνολο των οργανικών συστημάτων του (πολύ)τραυματία έτσι ώστε (ο ίδιος) να εξετάζεται στο σύνολό του. 

Επίσης πρέπει πάντα να διενεργείται μια ενδελεχής νευρολογική εξέταση η οποία είναι επιβεβλημένο να καταγράφεται συστηματικά και να επαναλαμβάνεται σε συγκεκριμένα και τακτά χρονικά διαστήματα.


 

ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ

Νόσος Δίσκου – οστεόφυτα

Θωρακική μοίρα: Κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, Κύφωση, συμπιεστικό κάταγμα, Σκολίωση, Μυελοπάθεια, κατάγματα σπονδύλων, όγκοι.

Οσφυική μοίρα: οσφυαλγία, οστεοπόρωση, κήλες, όγκοι.

Νωτιαία καταπληξία είναι μια, κατά κανόνα, παροδική κλινική κατάσταση η οποία μπορεί να εμφανιστεί μετά από μια κάκωση του νωτιαίου μυελού. Ο νωτιαίος μυελός αντιδρά σε μια πλήξη με μια προσωρινή άρση (ή διακοπή) της λειτουργίας του. Αυτό ακριβώς συνιστά και τη νωτιαία καταπληξία.

Ως νωτιαίο shock ορίζεται η προσωρινή (temporary) ή παροδική (transient) διακοπή ή άρση της λειτουργίας του νωτιαίου μυελού η οποία μπορεί να εκδηλωθεί μετά από μια κάκωση ή πλήξη αυτού, κατά κανόνα ως απότοκος μιας κάκωσης της σπονδυλικής στήλης. Αυτή η απώλεια της λειτουργικότητας του νωτιαίου μυελού εκδηλώνεται κλινικά, συνήθως, ως χαλαρή παράλυση καθώς και ως μη δυνατότητα έκλυσης των νωτιαίων αντανακλαστικών και διαρκεί κατά κανόνα μέχρι 48 ώρες, σπανίως όμως μπορεί να διαρκέσει και περισσότερο (μέρες ή εβδομάδες). Όταν περάσει η φάση της νωτιαίας καταπληξίας τότε εμφανίζονται τα μόνιμα ευρήματα της πλήξης του νωτιαίου μυελού και είναι δυνατόν να αξιολογηθεί η πραγματική έκταση της τραυματικής του βλάβης.   

Υποογκαιμικό σοκ: Απώλεια όγκου και πλάσματος αίματος από αιμορραγία ή αφυδάτωση υγρών στο σώμα.


ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Ανάλογα με την περίπτωση και το περιστατικό, αντιμετωπίζεται συντηρητικά (φάρμακα και ομοιοπαθητικά φάρμακα), είτε με χειρουργική επέμβαση. Η προσέγγιση της θεραπείας της ΣΣ, έγκειται στον τρόπο κάκωσης, στο ύψος αυτής και μέσω της κλινικής εξέτασης αλλά και απεικονειστικών ευρημάτων (ακτινογραφία, Αξονική, Μαγνητική), ανάλογα πάντα με το περιστατικό προχωράμε και στη θεραπεία. Επίσης, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, θα πρέπει να γίνεται και προσεκτικός νευρολογικός έλεγχος για ευρήματα κάκωσης νωτιαίου μυελού ή νωτιαίων ριζών.


ΝΩΤΙΑΙΟΣ ΜΥΕΛΟΣ

Το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ), δηλαδή ο Εγκέφαλος (Cerebrum) και ο Νωτιαίος Μυελός (ΝΜ, Medulla Spinalis) αποτελεί το κέντρο συντονισμού και ελέγχου όλων των λειτουργιών του ανθρώπινου οργανισμού.

Ο ΝΩΤΙΑΙΟΣ ΜΥΕΛΟΣ, ως συνέχεια του εγκεφάλου, βρίσκεται στο νωτιαίο (ή σπονδυλικό) σωλήνα της σπονδυλικής στήλης και αποτελεί τον ανατομικό σχηματισμό που λειτουργεί ως νευρική σύνδεση μεταξύ του εγκεφάλου και των λοιπών οργάνων και ανατομικών δομών του οργανισμού. Διαμέσου κατιόντων νευρικών οδών ο νωτιαίος μυελός ελέγχεται και κατευθύνεται λειτουργικά από τον εγκέφαλο και διαμέσου ανιόντων νευρικών οδών μεταφέρονται αισθητικές πληροφορίες από το νωτιαίο μυελό προς τον εγκέφαλο.

Τα ΝΩΤΙΑΙΑ ΝΕΥΡΑ άγουν αισθητικά νευρικά ερεθίσματα από τους υποδοχείς στο δέρμα, στις αρθρώσεις, στους τένοντες, στους μύες και στα σπλάχνα προς το νωτιαίο μυελό ενώ οι κινητικές ΝΕΥΡΙΚΕΣ ΙΝΕΣ ΑΥΤΩΝ (νεύρων) μεταφέρουν ερεθίσματα-εντολές προς τα εκτελεστικά όργανα της περιφέρειας, δηλαδή προς τους μύες και τα σπλάχνα, π.χ. τους αδένες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται και η νευρική επικοινωνία μεταξύ νωτιαίου μυελού και οργάνων ή οργανικών συστημάτων του οργανισμού. Τέλος διαμέσου των αντανακλαστικών τόξων (μονοσυναπτικών ή/και πολυσυναπτικών) και της ιδίας συσκευής (Apparatus proprius) του μπορεί ο νωτιαίος μυελός, σε ένα πρώτο επίπεδο αυτόνομης λειτουργίας, να δέχεται, να επεξεργάζεται και να ανταποκρίνεται σε προσλαμβάνουσες αισθητικές πληροφορίες «παρακάμπτοντας» τη λειτουργική επιρροή από τον εγκέφαλο. 

Εγκάρσια διατομή και εσωτερική δομή του Νωτιαίου Μυελού

Παρατηρώντας την εγκάρσια διατομή του νωτιαίου μυελού μπορούμε να διακρίνουμε ότι αποτελείται από δύο συμμετρικά και όμοια ημιμόρια ή ημίσεα τα οποία έχουν σχέση  αντικειμένου – ειδώλου σε κάτοπτρο. Γενικά σε μια εγκάρσια διατομή του νωτιαίου μυελού διακρίνουμε κεντρικά τη φαιά ουσία (Substantia grisea) η οποία παρουσιάζεται σε σχηματισμό δίκην πεταλούδας και γύρω από αυτήν τη λευκή ουσία (Substantia alba). Ανάλογα με το ύψος ή το επίπεδο που μελετούμε τη διατομή του ΝΜ, αυτή έχει διαφορετικό εμβαδό διατομής, εμφανίζοντας το μεγαλύτερο στο ύψος των δύο ογκωμάτων, του αυχενικού και του οσφυοϊερού διότι σε αυτό το ύψος υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός νευρώνων (νευρικών κυττάρων) για τη νεύρωση των άνω και κάτω άκρων αντίστοιχα. Στο κέντρο της διατομής περιγράφεται ο κεντρικός σωλήνας (Canalis centralis) ο οποίος κεφαλικά, δηλαδή προς τα άνω, επικοινωνεί με την 4 η (IV.) κοιλία του εγκεφάλου και ουραία, δηλαδή προς τα κάτω, καταλήγει τυφλά, χωρίς επικοινωνία με κάποιο ανατομικό χώρο και γι’ αυτόν το λόγο δεν συμμετέχει στη ροή και στην κυκλοφορία του εγκεφαλονωτιαίου (ΕΝΥ) υγρού.

 

 

Σύνδρομα του ΝΜ 

Η συμπτωματολογία μίας τραυματικής πλήξης του νωτιαίου μυελού εξαρτάται από την τοπογραφία της βλάβης στο νωτιαίο μυελό, δηλαδή από το επίπεδο (ή αντίστοιχα το ύψος) καθώς και από την έκτασή της στο ΝΜ. Επίσης εξαρτάται και από τη βαρύτητα της αρχικής δομικής βλάβης που έχει υποστεί ο νωτιαίος μυελός.

Με βάση τη νευρολογική εικόνα του ασθενούς, να διακρίνουμε:

α) Σε ποιο ύψος (ή επίπεδο) έχει προσβληθεί ο νωτιαίος μυελός και

β) ποιο τμήμα της εγκάρσιας διατομής του νωτιαίου μυελού έχει πληγεί

Όσον αφορά στο ύψος της βλάβης του νωτιαίου μυελού πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτό οριοθετείται σε σχέση με τη σπονδυλική στήλη και ειδικότερα με τους σπονδύλους καθώς επίσης και με το τμήμα του νωτιαίου μυελού (Spinal Cord Segment) το οποίο ορίζεται ως η εγκάρσια διατομή του νωτιαίου μυελού μαζί με τις σε αυτή τη διατομή και σε αυτό το οριζόντιο επίπεδο (του νωτιαίου μυελού) ανήκουσες νωτιαίες νευρικές ρίζες, οι οποίες συνενωμένες σχηματίζουν το νωτιαίο νεύρο.

Μία πλήξη του νωτιαίου μυελού άνωθεν του επιπέδου Α4 είναι ιδιαιτέρως σοβαρή με αμεσότατο κίνδυνο για τη ζωή του ασθενούς και εξαιτίας της σφοδρότητας του τραυματισμού, πάρα πολύ συχνά ή σχεδόν πάντα, μη συμβατή με τη ζωή. (Εδώ μπορούμε να κατατάξουμε και τον αυχενοπρομηκικό διαχωρισμό που χαρακτηρίζεται από μία άμεση και πλήρη ανακοπή της καρδιακής και πνευμονικής λειτουργίας εξαιτίας της ανατομικής και λειτουργικής βλάβης του ανωτάτου τμήματος του νωτιαίου μυελού που οριοθετείται με τον προμήκη μυελό.

Ως προς την περιγραφή της κάκωσης με αναφορά σε οστικές δομές, κάνουμε λόγο για κρανιοαυχενικό διαχωρισμό.) Στην περίπτωση που ο (πολύ)τραυματίας διασωθεί η νευρολογική του εικόνα χαρακτηρίζεται από βαριά τετραπληγία μέχρι και την περιοχή των μυών της ωμικής ζώνης με συνοδό (βαριά) πάρεση των αναπνευστικών μυών

Ο Γερμανός Schneider περιέγραψε πρώτος τα σύνδρομα του νωτιαίου μυελού με δομική παθολογοανατομική βλάβη και τα οποία μπορεί να εκδηλωθούν μετά από κάκωση της σπονδυλικής στήλης με συνοδό πλήξη ή τραυματισμό του νωτιαίου μυελού. Επίσης ο ίδιος περιέγραψε το κεντρικό  μυελικό σύνδρομο και το πρόσθιο σύνδρομο του νωτιαίου μυελού.

Σύμφωνα  με αυτόν τα τα κυριότερα και συνηθέστερα  σύνδρομα  κάκωσης  του  νωτιαίου  μυελού είναι τα ακόλουθα:

Α) Το πρόσθιο σύνδρομο του νωτιαίου μυελού (Anterior-Cord Syndrome) στο οποίο υπάρχει πλήξη στα πρόσθια 2/3 της εγκάρσιας διατομής του νωτιαίου μυελού, δηλαδή προσβάλλονται η πρόσθια και η πλάγια δέσμη ( ή στήλη) της λευκής ουσίας του νωτιαίου μυελού οι οποίες συχνά αποκαλούνται μαζί και ως προσθιοπλάγια δέσμη. Με βάση τις κινητικές και αισθητικές οδούς που ανευρίσκονται στην προσθιοπλάγια δέσμη, η κλινική εικόνα του πρόσθιου συνδρόμου του νωτιαίου μυελού χαρακτηρίζεται, κάτω από το επίπεδο της βλάβης, από σπαστική τετραπληγία ή παραπληγία και απώλεια της  αίσθησης  του πόνου, της θερμοκρασίας και της αδρής αφής και πίεσης  ενώ  διατηρείται  η εν τω βάθει αισθητικότητα και η διακριτική αφή διότι οι οπίσθιες δέσμες του Goll και του Burdach παραμένουν ακέραιες. Στο επίπεδο της βλάβης και στο αντίστοιχο νευροτόμιο παρατηρούμε, εξαιτίας της πλήξης των προσθίων κεράτων, περιφερικού τύπου χαλαρή παράλυση των μυών. Εκ του αυτονόμου νευρικού συστήματος εμφανίζονται ορθοκυστικές διαταραχές εξαιτίας πλήξης των κατιουσών (descendens) αυτόνομων νευρικών οδών με χαρακτηριστικό εύρημα την αντανακλαστική (ή μικρή ασταθή) ουροδόχο κύστη. 

Β) Το κεντρικό μυελικό σύνδρομο ( ή σύνδρομο της κεντρικής μυελικής βλάβης ή κεντρικό σύνδρομο του νωτιαίου μυελού Central-Cord Syndrome) στο οποίο προσβάλλονται κεντρικά τμήματα της εγκάρσιας διατομής του νωτιαίου μυελού καθώς επίσης ο φαιός και ο λευκός σύνδεσμος του νωτιαίου μυελού (Commissura grisea et Commissura ventralis alba). Κατ’ αυτόν τον τρόπο διακόπτονται επιπλέον και οι νευρικές οδοί που διέρχονται και χιάζονται διαμέσου αυτών των συνδέσμων. Η νευρολογική εικόνα του ασθενούς με κεντρικό μυελικό σύνδρομο έχει, κατά κανόνα, αρκετά κλινικά ευρήματα όπως πάρεση, διχασμένη διαταραχή της αισθητικότητας, διαταραχές ουροδόχου κύστης. Στο Σύνδρομο εγκάρσιας διατομής έχει καταργηθεί, από το επίπεδο της πλήξης και κάτω, η κεντρική ρυθμιστική νευρωνική παρέμβαση και ο κεντρικός εγκεφαλικός έλεγχος όλων των λειτουργιών του νωτιαίου μυελού.

Στο σύνδρομο του κώνου του νωτιαίου μυελού ή μυελικό σύνδρομο του κώνου που είναι ένα σύνδρομο εγκάρσιας διατομής του νωτιαίου μυελού στο οποίο προσβάλλεται ο μυελικός κώνος (Conus medullaris) ο οποίος τοπογραφικά οριοθετείται στο κατώτατο τμήμα του νωτιαίου μυελού ( Ι3-Ι5, περιλαμβάνοντας και την κοκκυγική μοίρα του νωτιαίου μυελού). 

Η πλήξη του αυτόνομου παρασυμπαθητικού κέντρου στην ιερή μοίρα του νωτιαίου μυελού για την ουροδόχο κύστη (ούρηση) και για το ορθό (αφόδευση) εκδηλώνεται με χαλαρή παράλυση της ουροδόχου κύστης (ακράτεια ούρων) και του σφιγκτήρα του πρωκτού (ακράτεια κοπράνων). Ειδικά για την ουροδόχο κύστη, αρχικά η κλινική εικόνα του ασθενούς χαρακτηρίζεται από ακράτεια ούρων εξ υπερπληρώσεως της ουροδόχου κύστεως και τελικά από την αυτόνομη ουροδόχο κύστη.

Το βολβοσηραγγώδες αντανακλαστικό ( Ι3-Ι4) καθώς και το αντανακλαστικό του πρωκτού (Ι5) είναι κατηργημένα.

Οι διαταραχές της αισθητικότητας (υπαισθησία, αναισθησία ή παραισθησία) εκδηλώνονται (κυρίως) περιπρωκτικά ή όπως αλλιώς αναφέρεται και ως δίκην περισκελίδας ιππέα. 

Δεν παρατηρούνται παρέσεις ( ή παραλύσεις) στα κάτω άκρα και επίσης διατηρείται και το αντανακλαστικό του γαστροκνημίου μυός.

Αναφορικά με το σύνδρομο της ιππουρίδας ή της ιππουριδικής συνδρομής δεν πρόκειται για σύνδρομο του νωτιαίου μυελού αλλά για ένα σύνδρομο το οποίο στην αμιγή του μορφή προκαλείται από πλήξη και πίεση των κατώτερων νωτιαίων ριζών που στο νωτιαίο σωλήνα πορεύονται ουραία (caudal) και κάτω από το μυελικό κώνο (κώνο του νωτιαίου μυελού, Conus medullaris), δηλαδή κάτωθεν του ύψους των σπονδύλων Ο1-Ο2, όπου πρακτικά καταλήγει ( ή τελειώνει) ο νωτιαίος μυελός. 

Πάρεση (ή παράλυση) περιφερικού τύπου και των δύο κάτω άκρων με συνοδό κατάργηση των τενόντιων αντανακλαστικών και ριζιτική κατανομή η οποία μπορεί να είναι σχετικά ασύμμετρη, δηλαδή το ένα κάτω άκρο να εμφανίζει πάρεση κατανομής, κυρίως, Ο5 και το άλλο κάτω άκρο πάρεση κατανομής, κυρίως, Ι1.   

Διαταραχή για όλα τα είδη της αισθητικότητας και στα δύο κάτω άκρα και σε πολλαπλά οσφυϊκά ή/και ιερά δερματόμια. Στην περίπτωση πλήξης της ιππουρίδας στο κατώτερο τμήμα της, π.χ. στο ύψος των κατώτερων οσφυϊκών σπονδύλων (κάτωθεν του Ο3 και του Ο4), οι διαταραχές της αισθητικότητας εμφανίζονται δίκην παντελονιού ιππασίας ή περισκελίδας ιππέα. 

Πάρα πολύ έντονο άλγος ριζιτικής κατανομής στα κάτω άκρα σε συνδυασμό με ισχυρό άλγος στην περιοχή της ουροδόχου κύστης που επιτείνεται πάρα πολύ με το βήχα ή το φτέρνισμα.  

Μή αίσθηση της πλήρωσης της ουροδόχου κύστης και αδυναμία της αυτόματης εκούσιας ούρησης (και αφόδευσης).  

Εν κατακλείδι, ο ασθενής σε ένα αμιγές σύνδρομο του κώνου του νωτιαίου μυελού δεν εμφανίζει παρέσεις (ή παραλύσεις) και διατηρείται το αντανακλαστικό του γαστροκνημίου μυός ενώ σε μία ιππουριδική συνδρομή εμφανίζονται παρέσεις και κατάργηση των τενόντιων αντανακλαστικών.

Τέλος το σύνδρομο του επικώνου (Epiconus) του νωτιαίου μυελού είναι επίσης, πρακτικά, ένα σύνδρομο εγκάρσιας διατομής του νωτιαίου μυελού. Σε αυτό το σύνδρομο προσβάλλεται ο επικώνος του νωτιαίου μυελού, ο οποίος τοπογραφικά οριοθετείται στα επίπεδα Ο4-Ι2.

Τα συμπτώματα είναι περιφερικού τύπου μυϊκή αδυναμία στα κάτω άκρα που μπορεί να περιλαμβάνει πάρεση της έκτασης και της έξω στροφής του ισχίου (Ο4-Ο5) καθώς και πάρεση της κάμψης του γόνατος (Ο4-Ι2), ενώ διατηρείται φυσιολογική η μυϊκή ισχύς της κάμψης του ισχίου και της έκτασης του γόνατος. Επίσης ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει πάρεση στην κίνηση της κάμψης και της έκτασης των άκρων ποδών και των δακτύλων (των άκρων ποδών).

Το αντανακλαστικό του γαστροκνημίου μυός είναι κατηργημένο ενώ διατηρείται το αντανακλαστικό του τετρακεφάλου μυός.

Αισθητικές διαταραχές εκδηλώνονται στα δερματόμια Ο4-Ι2.

Ορθοκυστικές διαταραχές που εκδηλώνονται, κυρίως, με αντανακλαστική κένωση της ουροδόχου κύστης και του ορθού.